Η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, τα αρνητικά αποτελέσματα για την μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας από την επιβολή περιοριστικών- σε αποδοχές και δικαιώματα- πολιτικών, οι οξυμμένοι ανταγωνισμοί εντός κι εκτός των ορίων της Ε.Ε., η αντιφατική πολιτική προσέγγιση της Ευρώπης στο ζήτημα των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, αναδεικνύουν με ένταση το πραγματικό δίλημμα όχι μόνο των ευρωεκλογών αλλά και των επικείμενων εθνικών εκλογών.

Η Ε.Ε. θα αλλάξει ή θα διαλυθεί υπό το βάρος των προβλημάτων που δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί ως ενιαία οντότητα, αφήνοντας σημαντικό «κενό» που καλύπτει ο ακροδεξιός λαϊκισμός. Η αλλαγή προϋποθέτει νίκη των προοδευτικών δυνάμεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να διαμορφωθεί μια νέα πολιτική ατζέντα με συγκεκριμένους στόχους. Προϋποθέτει από την πλευρά των προοδευτικών δυνάμεων ξεκάθαρα λόγια και προγραμματική πρόταση με τις απαραίτητες «γωνίες» που θα διαμορφώνει τις σύγχρονες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ προόδου και συντήρησης.

Στόχος αυτής της ατζέντας θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της Δημοκρατίας και της Διαφάνειας στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ευρώπης και η κατοχύρωση της ισοτιμίας των κρατών μελών, αλλιώς θα ενισχύονται οι φωνές που αντιδρούν στην αντιδημοκρατική λειτουργία της Ε.Ε. και προτείνουν εθνικές αναδιπλώσεις.

Στόχο επίσης πρέπει να αποτελεί η πολιτική για την κοινωνική σύγκλιση των χωρών μελών που θα βασίζεται σε ένα βιώσιμο, οικολογικό μοντέλο παραγωγικής ανάπτυξης έντασης γνώσης, σε μηχανισμούς δίκαιης αναδιανομής των πλεονασμάτων της Ε.Ε. και σε δημοκρατικό έλεγχο της λειτουργίας της Κεντρικής Τράπεζας κι επιπρόσθετα στην κατοχύρωση των εργασιακών και συνολικά των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ο τρίτος στόχος έχει να κάνει με τη δίκαιη κατανομή των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών στις χώρες μέλη με βάση τις δυνατότητες απορρόφησής τους (απέναντι στη λογική της Ευρώπης – φρούριο των Όρμπαν, Κουρτς και Σαλβίνι), αλλά δεν θα είναι βιώσιμος αν δεν συνοδεύεται από τον τέταρτο στόχο. Της διαμόρφωσης, έμπρακτα, ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της Ευρώπης που θα στοχεύει στην κατοχύρωση της Ειρήνης και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και των πολιτικών εκμετάλλευσης τρίτων χωρών που άλλωστε εγκυμονούν πολέμους και γεννούν τη μετανάστευση.

Η πολιτική ατζέντα σε εθνικό επίπεδο οφείλει να λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού μοντέλου και να προσθέσει επιπλέον ένα στόχο που θα καταστήσει ακόμη πιο εμφανείς τις διαχωριστικές γραμμές προόδου και συντήρησης.

Θα πορευτούμε ως λαός κι ως χώρα σε λογικές Μαυροκορδάτων και Κωλέττηδων που μας οδήγησαν ως κοινωνία και έθνος σε απανωτές ήττες, ή θα διαμορφώσουμε ένα νέο πολιτικό και θεσμικό πολιτισμό μέσω και της διαδικασίας της Συνταγματικής Αναθεώρησης;

Θα αποδεχτούμε το δίκαιο της πυγμής μοιρολατρικά ή θα εφαρμόσουμε πολιτικές που θα κατοχυρώνουν και θα βαθαίνουν τη Δημοκρατία, την αξιοκρατία και τη

Διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων, θα προασπίζουν και θα ενισχύουν τα εργασιακά και τα ατομικά δικαιώματα, θα βάζουν τις προϋποθέσεις ώστε να οδηγηθούμε στον μετασχηματισμό και ανασυγκρότηση του παραγωγικού μοντέλου ανά περιφέρεια και επιστημονικό και επαγγελματικό κλάδο, ευνοώντας την υγιή επιχειρηματικότητα και τσακίζοντας τον παρασιτισμό και τη διαπλοκή όπου αναπτύσσονται;

Γιατί η ευημερία ή θα αφορά όλους ή δεν θα υπάρχει.

Γιατί ή το κράτος Δικαίου θα κατοχυρωθεί ή η εκμετάλλευση θα γίνεται αποδεκτή ως φυσική κατάσταση.

Γιατί ο κάθε λαός επιδιώκει, διαχρονικά, συνθήκες ζωής καλύτερες από αυτές που βιώνει και η Αριστερά οφείλει να τις αναδείξει μέσα από τον προγραμματικό της λόγο.

Ως εκ τούτου, με πυλώνα τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., μπορεί να οικοδομηθεί στη χώρα μας μια μεγάλη προοδευτική κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία, αλλά και στην Ευρώπη να τεθούν οι βάσεις ευρύτερων προοδευτικών συγκλίσεων απέναντι σε μία δεξιά που συμπορεύεται με την ακροδεξιά και προωθεί πολιτικές Όρμπαν και Κουρτς (αντιμεταναστευτική ρητορική συνοδευόμενη με αντεργατικές πολιτικές όπως το 12ωρο) με την ενδεχόμενη υποψηφιότητά της για επικεφαλής της Κομισιόν τον Μ. Βέμπερ.